Δακτυλίδι - ορισμός του δακτυλίδι από το Δωρεάν Ηλεκτρονικό Λεξικό
https://el.thefreedictionary.com/%ce%b4%ce%b1%ce%ba%cf%84%cf%85%ce%bb%ce%af%ce%b4%ce%b9
Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
12.658.825.421
επισκέπτες που εξυπηρετούνται
Αναζήτηση /
Σελίδα με εργαλεία
TheFreeDictionary
Google
?
Keyboard
Word / Article
Starts with
Ends with
Text
A
A
A
A
γλώσσα
English
Español
Deutsch
Français
Italiano
العربية
中文简体
Polski
Português
Nederlands
Norsk
Ελληνική
Русский
Türkçe
אנגלית
Share on Facebook
Twitter
Λάβετε την εφαρμογή μας
Κάρτες flash
?
Σελιδοδεικτών
?
+
Προσθήκη τρέχουσας σελίδας στη λίστα
Εγγράφω
Είσοδος
Είσοδος / Εγγράφω
Facebook
Twitter
Google
Share on Facebook
Λάβετε την
εφαρμογή
μας
Tools
A
A
A
A
γλώσσα
English
Español
Deutsch
Français
Italiano
العربية
中文简体
Polski
Português
Nederlands
Norsk
Ελληνική
Русский
Türkçe
אנגלית
Εφαρμογή για κινητό:
apple
android
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή
Η λέξη της ημέρας
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων:
Δωρεάν περιεχόμενο
Συνδέοντας
Κουτί έρευνας
Close
δακτυλίδι
Μεταφράσεις
δακτυλίδι
anillo
δακτυλίδι
ring
Πλοηγός λέξεων
?
▲
γωνιακά
γωνιακή
γωνιακό
γωνιακός
γωνιόλιθος
γωνιώδης αγκύλη
δ
Δαβίδ
δαγκάνα
δαγκεροτυπία
δάγκωμα
δαγκωματιά
δαγκωνιά
δαγκώνομαι
δαγκώνω
δάδα
δαιαφαίνομαι
δαίμονας
δαιμόνια
δαιμονικός
δαιμόνιο
δαιμόνιος
δαιμονισμένη
δαιμονισμένο
δαιμονισμένος
δαιμονολογία
δάκρυ
δακρυγόνο
δακρύζω
δακρυϊκός
δακτυλίδι
δακτυλικό αποτύπωμα
δακτύλιος
δάκτυλο
δάκτυλο του ποδιού
δακτυλογραφία
δακτυλογραφικός
δακτυλογράφος
δακτυλόγραφος
δακτυλογραφούμαι
δακτυλογραφώ
δακτυλοειδής
δάκτυλος
δακτυλοσκοπικός
Δαλάι Λάμα
δαλτωνικός
δαλτωνισμός
δαμάζω
δαμαλίδα
δάμαλις
δαμασκηνί
δαμασκηνιά
δαμάσκηνο
Δαμασκός
δάμασμα
δανδής
δανδισμός
δανέζικα
δανέζικος
δανείζομαι
δανείζω
▼
Facebook Share
Twitter
CITE
Site:
Ακολουθούν:
Facebook
Twitter
Rss
Mail
Κοινοποιήστε:
Facebook
Twitter
LinkedIn
Mail
Open / Close