δεδομένο

Μεταφράσεις

δεδομένο

Gegebenheit, Tatsachedatumdatumo, donitaĵodonnéedato
ουσιαστικό ουδέτερο
1. γνωστό στοιχείο Λείπουν κάποια δεδομένα.
2. πληροφορική τα στοιχεία που εισάγουμε σε ηλεκτρονικό υπολογιστή Έχασα πολλά δεδομένα. βάση δεδομένων
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close