δεινοπαθώ

Μεταφράσεις

δεινοπαθώ

(ðinopa'θo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
υποφέρω Δεινοπάθησε στον πόλεμο.
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close