δερμάτινος

Μεταφράσεις

δερμάτινος

(ðer'matinos) αρσενικό

δερμάτινη

(ðer'matini) θηλυκό

δερμάτινο

leather (ðer'matinο) ουδέτερο
επίθετο
που είναι από δέρμα δερμάτινος καναπές
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close