δηλητηρίαση

Μεταφράσεις

δηλητηρίαση

empoisonnement, intoxicationpoisoningVergiftungavvelenamentovergiftigingenvenenamentoالتسممотравяне中毒中毒otravaforgiftningהרעלת中毒중독förgiftning (ðiliti'riasi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. η απορρόφηση δηλητήριου δηλητηρίαση από φίδι
2. η κατανάλωση χαλασμένης τροφής τροφική δηλητηρίαση
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close