διάβρωση

Μεταφράσεις

διάβρωση

corrosion, erosionErosionэрозияerosieerosãoتآكلerozjaерозия侵蚀侵蝕erozeerosion침식erosion ('ðjavrosi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. φθορά στην επιφάνεια της γης η διάβρωση του εδάφους
2. μεταφορικά φθορά, κατάπτωση η διάβρωση των ηθών
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close