διάλειμμα

Μεταφράσεις

διάλειμμα

Pause, Unterbrechung, Intervallbreak, interval, interlude, intermissionentracte, récréationفَاصِلٌintervalintervalintervaloaikaväliintervalintervallo間隔간격intervalintervallodstępintervaloинтервалintervallช่วงเวลาarakhoảng thời gian giữa hai sự kiện幕间休息 ('ðjalima)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. παύση για ξεκούραση διάλειμμα λίγων λεπτών
2. διακοπή μαθήματος στο σχολείο για ξεκούραση Στο διάλειμμα παίξαμε ποδόσφαιρο.
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close