διάσπαση

Μεταφράσεις

διάσπαση

('ðjaspasi)
ουσιαστικό θηλυκό
o βίαιος χωρισμός σε μέρη η διάσπαση μιας ομάδας
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close