διάτρηση

Μεταφράσεις

διάτρηση

ثَقْب

διάτρηση

píchnutí

διάτρηση

punktering

διάτρηση

Einstich

διάτρηση

puncture

διάτρηση

pinchazo

διάτρηση

reikä

διάτρηση

crevaison

διάτρηση

probušena guma

διάτρηση

foratura

διάτρηση

刺し穴

διάτρηση

(찔려서 난) 구멍

διάτρηση

gaatje

διάτρηση

punktering

διάτρηση

przebicie

διάτρηση

furo

διάτρηση

прокол

διάτρηση

punktering

διάτρηση

การเจาะ

διάτρηση

patlak

διάτρηση

lỗ thủng

διάτρηση

刺孔
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close