διαζευγμένος

(προωθήθηκε από διαζευγμένη)
Μεταφράσεις

διαζευγμένος

(ðjazevg'menos) αρσενικό

διαζευγμένη

(ðjazevg'meni) θηλυκό

διαζευγμένο

divorcedمُطَلَّقrozvedenýskiltgeschiedendivorciadoeronnutdivorcérazvedendivorziato離婚した이혼한gescheidenskiltrozwiedzionydivorciadoразведенныйfrånskildซึ่งหย่าแล้วboşanmışđã ly dị离婚的разведен (ðjazevg'meno) ουδέτερο
επίθετο
που έχει πάρει διαζύγιο
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Collins Multilingual Translator © HarperCollins Publishers 2009
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close