διαζευγμένος

Μεταφράσεις

διαζευγμένος

(ðjazevg'menos) αρσενικό

διαζευγμένη

(ðjazevg'meni) θηλυκό

διαζευγμένο

divorcedمُطَلَّقrozvedenýskiltgeschiedendivorciadoeronnutdivorcérazvedendivorziato離婚した이혼한gescheidenskiltrozwiedzionydivorciadoразведенныйfrånskildซึ่งหย่าแล้วboşanmışđã ly dị离婚的разведен (ðjazevg'meno) ουδέτερο
επίθετο
που έχει πάρει διαζύγιο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close