διαιωνίζω

Μεταφράσεις

διαιωνίζω

perpetuateéterniser, perpétuer (ðieo'nizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. κάνω κτ να συνεχίζεται διαιωνίζω ένα πρόβλημα
2. αναπαράγω
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close