διακλάδωση

Μεταφράσεις

διακλάδωση

bifurcation, ramificationramaZweigbrancheفرعклонhaaraענף분기สาขา (ðja'klaðosi)
ουσιαστικό θηλυκό
o χωρισμός ενός δρόμου σε δύο
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close