διακριτικός

(προωθήθηκε από διακριτική)
Μεταφράσεις

διακριτικός

(ðjakriti'kos) αρσενικό

διακριτική

(ðjakriti'ko) θηλυκό

διακριτικό

discreet, distinguishing, discrete, considerate, tactfuldiscret, délicat, prévenantsutil, atencioso, diplomáticoلَبِق, مُراعٍ لـشُعُور الآخَرِينohleduplný, taktníhensynsfuld, taktfuldrücksichtsvoll, taktvollatento, diplomáticohuomaavainen, tahdikasobziran, taktičanavveduto, riguardoso思いやりのある, 機転のきく이해심 많은, 재치 있는attent, tactvolhensynsfull, taktfulltaktownyвнимательный, тактичныйomtänksam, taktfullที่คิดถึงความคิดของผู้อื่น, มีไหวพริบดีdüşünceli, inceliklichu đáo, tế nhị机智的, 考虑周到的 (ðjakriti'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. που δεν είναι έντονο και ενοχλητικό διακριτική παρουσία
2. τα στοιχεία που ξεχωρίζουν κπ από κπ άλλον διακριτικά στοιχεία
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close