διαμαντένιος

(προωθήθηκε από διαμαντένιο)
Μεταφράσεις

διαμαντένιος

(ðjama'ndeɲos) αρσενικό

διαμαντένια

(ðjama'ndeɲa) θηλυκό

διαμαντένιο

(ðjama'ndeɲο) ουδέτερο
επίθετο
στολισμένος με διαμάντια διαμαντένια καρφίτσα
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close