διασκεδαστικός

(προωθήθηκε από διασκεδαστικό)
Μεταφράσεις

διασκεδαστικός

(ðjasceðasti'kos)

διασκεδαστική

(ðjasceðasti'ci) θηλυκό

διασκεδαστικό

entertaining, amusing, funny, funamuzaamusant, distrayant, divertissantمُسَلٍ, مُسَلٍّzábavnýsjov, underholdendelustig, unterhaltsamdivertido, entretenidohauska, viihdyttäväzabavandivertente愉快な, 楽しい재미있는amusant, leukmorsom, underholdendezabawnydivertidoзабавный, развлекательныйrolig, underhållandeซึ่งสนุกสนานเพลิดเพลิน, น่าสนุกeğlendiricivui thú, vui vẻ娱乐的, 有趣的 (ðjasceðasti'ko) ουδέτερο
επίθετο
που κάνει κπ να περνάει ευχάριστα διασκεδαστικό παιχνίδι
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close