διαχέω

Μεταφράσεις

διαχέω

(ðja'çeo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
εκπέμπω, σκορπίζω φως
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close