διεκδικώ

Μεταφράσεις

διεκδικώ

claim, dispute, assertdisputer, faire prévaloir, revendiquer (ðiekði'ko)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
απαιτώ ικανοποίηση δικαιώματος
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close