διεφθαρμένος

(προωθήθηκε από διεφθαρμένη)
Μεταφράσεις

διεφθαρμένος

(ðiefθar'menos) αρσενικό

διεφθαρμένη

(ðiefθar'meni) θηλυκό

διεφθαρμένο

corrompuفَاسِدzkorumpovanýkorruptkorruptcorruptcorruptolahjottukorumpirancorrotto腐敗した타락한corruptkorruptskorumpowanycorruptoпорочныйkorrumperadทุจริตyozlaşmıştham nhũng腐败的 (ðiefθar'meno) ουδέτερο
επίθετο
ανήθικος, άτιμος
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close