δικαιολογημένος

Μεταφράσεις

δικαιολογημένος

(ðiceoloʝi'menos) αρσενικό

δικαιολογημένη

(ðiceoloʝi'meni) θηλυκό

δικαιολογημένο

justifiablegerechtfertigtgiustificatojustifiéeоправданоgerechtvaardigdjustificadoberettigetperusteltua正当化 (ðiceoloʝi'meno) ουδέτερο
επίθετο
για τον οποίο υπάρχει αιτία O θυμός του είναι μάλλον δικαιολογημένος.
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close