δικαιολογώ

Μεταφράσεις

δικαιολογώ

justify, excuseيُبَرِّرُ, يَعْذِرُomluvit, ospravedlnitretfærdiggøre, undskyldeentschuldigen, rechtfertigendisculpar, justificaroikeuttaa, puolustellaexcuser, justifierispričati, opravdatigiustificare, scusare弁解する, 正当化する변명하다, 정당화하다excuseren, rechtvaardigenrettferdiggjøre, unnskyldeusprawiedliwićdesculpar, justificarизвинять, обосновыватьmotivera, ursäktaแก้ตัว, พิสูจน์ว่าถูกต้องhaklılığını göstermek, özür beyan etmekbiện minh, giải thích原谅, 论证 (ðiceolo'ɣo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. εξηγώ κτ περίεργο ή που είναι λάθος δικαιολογώ τη συμπεριφορά μου
2. βρίσκω δικαιολογίες Όλο τον δικαιολογείς.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close