δικτυώνω

Μεταφράσεις

δικτυώνω

(ðikti'ono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
βάζω κπ σε δίκτυο
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close