διπλάσιος

(προωθήθηκε από διπλάσια)
Μεταφράσεις

διπλάσιος

(ði'plasios) αρσενικό

διπλάσια

(ði'plasia) θηλυκό

διπλάσιο

doubleduobladouble (ði'plasio) ουδέτερο
επίθετο
δυο φορές τόσος το διπλάσιο αριθμού τα διπλάσια έξοδα
διπλασιάζομαι
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close