διπλασιάζω

Μεταφράσεις

διπλασιάζω

double, geminatedoublerيُضَاعِفُzdvojnásobitfordobleverdoppelndoblarkaksinkertaistaaudvostručitiraddoppiare2倍にする...을 갑절로 하다verdubbelenfordoblepodwoićdobrarудваиватьdubbleraทำเป็นสองเท่าiki katına çıkmaktăng gấp đôi加倍 (ðiplasi'azo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
κάνω κτ να γίνει δυο φορές πιο πολύ διπλασιάζω την τιμή διπλασιάζω την προσπάθειά μου
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close