διώχνω

Μεταφράσεις

διώχνω

chasser, renvoyerيَصْرِفُ مِنَ الـخِدْمَةvyhodit z prácefyreentlassenfire, sackechar del trabajoantaa potkutotpustitilicenziare首にする부대에 담다ontslaangi sparkenzwolnićdemitirувольнятьavskedaปลดออกจากงานişten atmaksa thải开除 ('ðjoxno)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. απομακρύνω κπ παρά τη θέλησή του διώχνω κπ απ' το σπίτι με διώχνουν από το σχολείο
2. μεταφορικά απομακρύνω κτ που με ενοχλεί διώχνω τις αρνητικές σκέψεις
3. απολύω διώχνω κπ από τη δουλειά του
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close