δολοφονικός

Μεταφράσεις

δολοφονικός

(ðolofoni'kos)

δολοφονική

(ðolofoni'ci) θηλυκό

δολοφονικό

(ðolofoni'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. που μπορει να σκοτώσει δολοφονικές τάσεις δολοφονικό όπλο
2. μεταφορικά που φανερώνει μίσος δολοφονικό βλέμμα
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close