δουλεύω

Μεταφράσεις

δουλεύω

(ðu'levo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. εργάζομαι Δουλεύω πολύ.
2. αποφέρω κέρδη Το μαγαζί της δουλεύει καλά.
3. λειτουργώ Η τηλεόραση δε δουλεύει. Το μυαλό του δε δουλεύει όπως άλλοτε.

δουλεύω

work, pull one's leglaboritravailler, faire marcherlavorarelaborarewerkenpracowaćيَعْمَلُpracovatarbejdearbeitentrabajartyöskennelläraditi働く일하다arbeidetrabalharработатьarbetaทำงานçalışmaklàm việc工作
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
κοροϊδεύω δουλεύω κπ
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close