δούλος

(προωθήθηκε από δούλα)
Μεταφράσεις

δούλος

('ðulos) αρσενικό

δούλα

slaveesclave, serviteur ('ðula) θηλυκό
ουσιαστικό
άνθρωπος που έχει αγοραστεί ή κατακτηθεί από κπ
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close