δρομολογώ

Μεταφράσεις

δρομολογώ

(ðromolo'ɣo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
ξεκινάω δρομολογώ αλλαγές
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close