δυνάστης

(προωθήθηκε από δυνάστρια)
Μεταφράσεις

δυνάστης

(ði'nastis)
ουσιαστικό αρσενικό

δυνάστρια

(ði'nastria) θηλυκό
ουσιαστικό
ηγεμόνας, άρχοντας που καταπιέζει
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close