δυσάρεστος

(προωθήθηκε από δυσάρεστη)
Μεταφράσεις

δυσάρεστος

(ði'sarestos) αρσενικό

δυσάρεστη

(ði'saresti) θηλυκό

δυσάρεστο

unpleasant, irksome, objectionableغَيْرُ لَطِيفnepříjemnýubehageligunangenehmdesagradableepämiellyttävädésagréableneprijatanspiacevole不愉快な불쾌한onplezierigubehagelignieprzyjemnydesagradávelнеприятныйotrevligไม่สนุก ไม่ราบรื่นhoş olmayankhó chịu使人不愉快的 (ði'saresto) ουδέτερο
επίθετο
1. ενοχλητικός δυσάρεστο συναίσθημα δυσάρεστο σχόλιο
2. που προκαλεί ταραχή ή λύπη δυσάρεστο νέο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close