δυσκολεύω

Μεταφράσεις

δυσκολεύω

(ðisko'levo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
κάνω κτ πιο δύσκολο δυσκολεύω το έργο κάποιου

δυσκολεύω


ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
γίνομαι πιο δύσκολος Τα πράγματα δυσκολεύουν.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close