δυστύχημα

Μεταφράσεις

δυστύχημα

accidentaccident, malheuraccidente (ði'stiçima)
ουσιαστικό ουδέτερο
σοβαρό ατύχημα Έχασε τη ζωή του σε δυστύχημα. αυτοκινητιστικό δυστύχημα
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close