δόγμα

Μεταφράσεις

δόγμα

dogmebelief, creed, doctrine, tenetdoctrinaLehredottrinaдоктринаdoutrinaالعقيدةDoktrynaдоктринаdoktrína教義교리 ('ðoɣma)
ουσιαστικό ουδέτερο
βασικές θρησκευτικές αρχές
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close