δόλωμα

Μεταφράσεις

δόλωμα

bait, decoyстръвbeteagnprzynęta誘餌návnada미끼诱饵เหยื่อالطعمפיתיון ('ðoloma)
ουσιαστικό ουδέτερο
τροφή για τα ψάρια που βάζουμε στο αγκίστρι Το ψάρι τσιμπάει το δόλωμα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close