δόλωμα

Μεταφράσεις

δόλωμα

bait, decoyالطعمprzynętaстръв诱饵誘餌návnadaagnפיתיון미끼beteเหยื่อ ('ðoloma)
ουσιαστικό ουδέτερο
τροφή για τα ψάρια που βάζουμε στο αγκίστρι Το ψάρι τσιμπάει το δόλωμα.
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close