δόντι

Μεταφράσεις

δόντι

зъбtandZahntoothdientehammasdentשןzub, zubacfoggigi이, 이 모양의 것, 치아denstandząbdenteзуб, зубецtandกราม, ซี่หวี เลื่อย หรือซิป, ฟันdişسِنّzubdentetannrăng, 齿 ('ðondi)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. όργανο ομιλίας και μασήματος τροφής Πονάει το δόντι μου.
2. μεταφορικά προεξοχές που μοιάζουν με δόντια τα δόντια της τσουγκράνας
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Collins Multilingual Translator © HarperCollins Publishers 2009
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close