δότης

Μεταφράσεις

δότης

('ðotis) αρσενικό

δότρια

donordonantesSpenderdonatoredonateursdonordoadorالجهات المانحةdawcydárcedonorהתורם (ðotria) θηλυκό
ουσιαστικό
που προσφέρει σε άρρωστο τo αίμα του ή κπ όργανο του σώματός του
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close