δύσκολος

(προωθήθηκε από δύσκολο)
Μεταφράσεις

δύσκολος

('ðiskolos) αρσενικό

δύσκολη

('ðiskoli) θηλυκό

δύσκολο

schwer, schwierigdifficult, hard, prickly, tough, tricky, tryingdifficiledifficiledifficilismoeilijktrudnydifícilصَعْبobtížnýsværvaikeatežak困難な어려운vanskeligdifícilтрудныйsvårยากgüçkhó khăn困难的, 困难трудно困難קשה ('ðiskolo) ουδέτερο
επίθετο
1. που δεν είναι εύκολος δύσκολο πρόβλημα δύσκολη απόφαση
2. ιδιότροπος δύσκολο παιδί δύσκολος χαρακτήρας
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close