εβραίος

(προωθήθηκε από εβραία)
Μεταφράσεις

εβραίος

(e'vreos) αρσενικό

εβραία

Jew, HebrewevreuHebräisch, JudeJuifيَهُودِيٌّŽidjødejudíojuutalainenŽidovebreoユダヤ人유태인joodjødeŻydjudeuиудаистjudeชาวยิวYahudingười Do thái犹太人猶太人יהודי (e'vrea) θηλυκό
ουσιαστικό
που ανήκει στον ιουδαϊκό λαό
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close