εγκάρδιος

(προωθήθηκε από εγκάρδιο)
Μεταφράσεις

εγκάρδιος

(eŋ'garðios)

εγκάρδια

(eŋ'garðia) θηλυκό

εγκάρδιο

cordialgenialGENIALgenialgenialلطيفgenial정다운 (eŋ'garðio) ουδέτερο
επίθετο
ζεστός, προσηνής εγκάρδιος χαιρετισμός
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close