εγκέφαλος

Μεταφράσεις

εγκέφαλος

мозъкGehirnbrain, cerebrumcerebro, encéfalocerveau, encéphale, cervelleagyheilihersenenмозгmožganihjärnabeyinدِمَاغmozekhjerneaivotmozakcervellohjernemózgcérebroสมองnão头脑 (en'ɟefalos)
ουσιαστικό αρσενικό
1. όργανο μέσα στο κρανίο που ελέγχει το νευρικό σύστημα Ο εγκέφαλός του λειτουργεί καλά.
2. μυαλό, νους
προπαγάνδα
3. μεταφορικά ο αρχηγός ο εγκέφαλος συμμορίας
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close