εγκαταλελειμμένος

(προωθήθηκε από εγκαταλελειμμένο)
Μεταφράσεις

εγκαταλελειμμένος

(eŋgataleli'menos) αρσενικό

εγκαταλελειμμένη

(eŋgataleli'meni) θηλυκό

εγκαταλελειμμένο

abandonedaufgegebenabandonadoизоставени放弃放棄opuštěnéopgivet放棄버려진ละทิ้ง (eŋgataleli'meno) ουδέτερο
επίθετο
1. που τον έχουν παρατήσει εγκαταλελειμμένο σπίτι
2. παραμελημένος, χωρίς φροντίδα εγκαταλελειμμένη εμφάνιση
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close