εγκληματώ

Μεταφράσεις

εγκληματώ

(eŋglima'to)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
κάνω έγκλημα
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close