εθελοντικός

(προωθήθηκε από εθελοντική)
Μεταφράσεις

εθελοντικός

(eθelondi'kos) αρσενικό

εθελοντική

(eθelondi'ci) θηλυκό

εθελοντικό

volontairevoluntaryطَوْعِيّdobrovolnýfrivilligfreiwilligvoluntariovapaaehtoinendobrovoljanvolonario自発的な자발적인vrijwilligfrivilligdobrowolnyvoluntárioдобровольныйfrivilligโดยสมัครใจgönüllütình nguyện自愿的 (eθelondi'ko) ουδέτερο
επίθετο
που γίνεται χωρίς αντάλλαγμα εθελοντική εργασία
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close