ειδύλλιο

Μεταφράσεις

ειδύλλιο

idyll (i'ðilio)
ουσιαστικό ουδέτερο
ερωτική σχέση
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close