εισβάλλω

Μεταφράσεις

εισβάλλω

invadeيَغْزُوnapadnoutinvadereeindringeninvadirhyökätä maahanenvahirnapastiinvadere侵略する침략하다binnenvalleninvaderenajechaćinvadirвторгатьсяinvaderaบุกรุกişgal etmekxâm lược入侵 (i'svalo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
μπαίνω βίαια κάπου Ο εχθρός εισέβαλε στην πόλη.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close