εισβολέας

Μεταφράσεις

εισβολέας

invader, intruderenvahisseur, intrusمُتَطَفِّلٌvetřelecubuden gæstEindringlingintruso, atacantetunkeilijauljezintruso侵入者침입자indringerinntrengerintruzintruso, atacanteнарушительinkräktareผู้บุกรุกdavetsiz misafirngười xâm nhập入侵者, 攻击者攻擊者תוקף (izvo'leas)
ουσιαστικό αρσενικό
αυτός που καταπατάει ξένο έδαφος
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close