εισβολή

Μεταφράσεις

εισβολή

invasion, intrusioninvasiónInvasioninvasioneinvasioninvasieinvasãoالغزوinwazjaнашествиеinvazeinvasionהפלישה侵略invasion (isvo'li)
ουσιαστικό θηλυκό
βίαιη είσοδος η εισβολή των μαθητών στην τάξη
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close