εισπράττω

Μεταφράσεις

εισπράττω

encaisserErhaltenontvangen (i'sprato)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
παίρνω χρήματα εισπράττω το ενοίκιο εισπράττω το μισθό μου
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close