εκβιάζω

Μεταφράσεις

εκβιάζω

erpressen, nötigen, zwingenblackmail, extortيَبْتَزُّ بالتَّهْدِيدvydíratafpressechantajearkiristääfaire chanterucjenjivatiricattare恐喝する협박하다chanterenutpressezaszantażowaćchantagearшантажироватьutpressaหักหลังşantaj yapmaktống tiền勒索 (ekvi'azo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
υποχρεώνω κπ να δεχτεί κτ απειλώντας τον
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close